Πέμπτη 17 Ιουνίου 2021

Η σημαντική ποιοτική διαφορά μεταξύ Βλακείας και ηλιθιότητας

 Η σημαντική ποιοτική διαφορά μεταξύ Βλακείας και ηλιθιότητας

(Απόσπασμα από το βιβλίο του αείμνηστου διαδικτυακού φίλου Δημήτρη Ράπτη «Η διαλεκτική στη Γνώση και τη Ζωή», Εκδόσεις Σκαραβαίος- Κεφ. Ε7 / Σελ. 270-276)
Η ηλιθιότητα είναι η πνευματική αναπηρία, που οφείλεται σε συγγενή ελαττωματική κατασκευή του εγκεφαλικού φλοιού ή του συνόλου του εγκεφάλου ή σε ασυνήθη υστέρηση παιδείας (παραμονή στη ζωώδη κατάσταση) ή σε σοβαρό μεταγενέστερο ατύχημα.
Στην ηλιθιότητα η πνευματική ανεπάρκεια οφείλεται σε κατασκευαστικό ελάττωμα, που συνεπάγεται την έλλειψη νου και το ασυνήθιστα χαμηλό νοητικό επίπεδο (κατώτερο του φυσιολογικού IQ). Κι επειδή ακριβώς πρόκειται για κατασκευαστικό ελάττωμα, χρησιμοποιείται ως πρώτος και βασικός απ΄ όλους τους παραπάνω συνώνυμους όρους η αρχαιοελληνική λέξη ηλίθιος, που υποδηλώνει ετυμολογικά ματαιότητα και φράγμα.
Δηλαδή, η αναπηρία του ηλίθιου συνιστά φράγμα, που καθιστά μάταιο το να επιχειρήσεις να συνδιαλεχθείς μαζί του ή να τον πείσεις.
Αυτό φαίνεται κι από το γεγονός ότι του αναγνωρίζεται το ακαταλόγιστο.
Από την άλλη πάλι, στον ηλίθιο συναντάμε ένα είδος φυσικής «σοφίας»: μοιάζει να έχει εκ φύσεως το γνώθι σ΄ αυτόν και, γι΄ αυτό, ποτέ δεν αξιώνει να αναγνωρισθεί ως έξυπνος και περιορίζεται πάντα σε βοηθητική και μηχανικά επαναλαμβανόμενη εργασία (που αν κατορθώσει να τη μάθει, την εκτελεί ευσυνείδητα και αγόγγυστα, χωρίς καμία παραπέρα φιλοδοξία).
Η βλακεία είναι τελείως διαφορετική περίπτωση.
Δεν πρόκειται για κατασκευαστικό ελάττωμα, αλλά για ελάττωμα του χαρακτήρα.
Ο βλάκας, ναι μεν δεν είναι ευφυής, αλλά δεν είναι και ηλίθιος.
Ωστόσο, ενώ αυτός διαθέτει στοιχειώδεις νοητικές ικανότητες, από μαλθακότητα ή νωθρότητα ή τεμπελιά ή αβελτηρία του μυαλού, δεν τις χρησιμοποιεί.
Τον χαρακτηρίζει δηλαδή, ως χαρακτήρα, η αδράνεια του πνεύματος , η αδιαφορία για τα πνευματικά ζητήματα, η απουσία καλλιέργειας και η έλλειψη ορθής κρίσης και σοβαρότητας στη σκέψη.
Γι΄ αυτό, ο βλάκας δεν πρέπει να αποκαλείται ηλίθιος ή με οποιοδήποτε από τα συνώνυμα της λέξης αυτής.
Το κακό εν προκειμένω είναι ότι ο βλάκας δεν έχει επίγνωση του μειονεκτήματός του και είναι φιλόδοξος. Επειδή είναι αμόρφωτος και δεν γνωρίζει τα όρια της γνώσης του, έχει άποψη επί παντός του επιστητού. Και φυσικά, η άποψή του είναι επίσης, κατά κανόνα, βλακώδης και σαχλή.
Όταν οι άλλοι δεν τον καταλαβαίνουν, αυτοί είναι κατ΄ αυτόν οι βλάκες («παράδοξο του τραίνου», όπου ο επιβάτης βλέπει τον εαυτό του ακίνητο και τα δέντρα να τρέχουν).
Και όταν προκηρύσσεται κάποια θέση ευθύνης, ο βλάκας θεωρεί πάντα ως αυταπόδεικτο ότι αυτός είναι ο κατάλληλος, που μπορεί να φέρει το συγκεκριμένο έργο σε πέρας (που το βλέπει και ως πολύ απλό μάλιστα).
Κατόπιν αυτών, είναι εύκολα αντιληπτό ότι, η βλακεία είναι νάρκη στα θεμέλια μιας προσπάθειας και πάντα καταστροφική.
Κι όμως, οι βλάκες έχουν παραδόξως ένα ξεχωριστό οργανωτικό ταλέντο: να οργανώνονται οι ίδιοι και να συνιστούν κλίκες.
Δεδομένου ότι είναι αμετροεπείς όπως είπαμε και άκρως φιλόδοξοι, προσπαθούν πάντα να αναρριχηθούν κοινωνικά. Επειδή όμως είναι αδύνατο στον καθένα απ΄ αυτούς να τα καταφέρει μόνος του, έχουν αποκτήσει -εν ίδει δαρβίνειας φυσικής επιλογής- μια σπάνια ικανότητα να συνασπίζονται και να συνδικαλίζονται, αναπτύσσοντας ταυτόχρονα εξαιρετικά αντισώματα κατά των ευφυών συνανθρώπων τους. Ως συμπλεγματικοί τύποι, απλώνουν ενστικτωδώς μεταξύ τους υπόγεια κανάλια επικοινωνίας και συμπράττουν επιμελώς με σκοπό να ακυρώνουν τάσεις, κατευθύνσεις και κινήματα, που τα θεωρούν σαν εμπόδια στην προσωπική τους εξέλιξη. Η ομαδοποίηση ισχυροποιεί την αλήθεια του πιστεύω τους και την περιβάλλει με «κύρος».