Το τραίνο φεύγει στις 8, ταξίδι για την Κατερίνη!
Αγαπημένος στίχος. Στίχος του Μάνου Ελευθερίου, όπως άλλωστε και εκατοντάδες άλλοι θαυμάσιοι στίχοι εμπνευσμένοι από θαυμάσιους Έλληνες δημιουργούς.
Στίχοι, που ο καθένας μας έχει επιλέξει κάποιους από αυτούς να τους συνδέσει με πολύ σημαντικές στιγμές της ζωής του.
Στιγμές, που στο άκουσμα αυτών, και με την ταχύτητα της σκέψης, βουτάς στο τσουβάλι της μνήμης σου και τις αγγίζεις ξανά και ξανά αλλά για πολύ λίγο. Αυτό όμως το λίγο είναι που σε δυναμώνει να συνεχίσεις παραπέρα!
Αν και το δικό μου τραίνο έφευγε στις έξι, και με προορισμό όχι την Κατερίνη αλλά την Αθήνα, και συγκεκριμένα λίγο έξω από την Αθήνα, την Δεκέλεια, ή, αν προτιμάτε τουρκιστί το Τατόϊ, παρόλο αυτές τις διαφορές της ώρας και του προορισμού, ο συγκεκριμένος στίχος-τίτλος αποτελεί και τον πιο αγαπημένο μου.
Αλλά, Φίλε αναγνώστη, πριν αναλώσεις τον πολύτιμο χρόνο σου να συνεχίσεις να με διαβάζεις, σε ενημερώνω ότι πρόκειται περί μιας προσωπικής βιωματικής και μακροσκελούς εξιστόρησης.
Εάν δε, δεν είσαι και χωριατόπαιδο, γέννημα και θρέμμα, και μάλιστα από πολύ υψόμετρο, είναι πέραν του βέβαιου ότι αυτή θα σου είναι εντελώς αδιάφορη. Αλλά επέτρεψέ μου πολύ σημαντική- ειδικά στην παρούσα χρονική στιγμή - για τον γράφοντα.
Αν, και παρά την προειδοποίησή μου συνεχίζεις να την διαβάσεις, τότε, ναι, αποτελεί πραγματικότητα ότι κάποιο τσουχτερό πρωϊνό του Οκτώβρη του ΄΄77, στις πεντέμισι το πρωί, και όχι στις οκτώ που αναφέρει ο στίχος, στεκόμουν με τον πατέρα μου στον σιδηροδρομικό σταθμό της Καρδίτσας για να αναχωρήσουμε όχι για την Κατερίνη, αλλά για την Δεκέλεια, με σκοπό την κατάταξή μου στην Σχολή Τεχνικών Υπαξιωματικών Αεροπορίας, την αγαπημένη μου και ιστορική ΣΤΥΑ!
Ορμώμενος, όπως αναγράφουν και οι πηγαίοι τίτλοι των Πανεπιστημίων, από το ορεινό χωριό μου, την Πεζούλα Καρδίτσας, θα ταξίδευα προς πραγματοποίηση του μεγάλου ονείρου μου. Ποιο; Μα να γίνω Μηχανικός Αεροπλάνων στην Πολεμική Αεροπορία!
Παράξενο θα σκεφτείς, την δεκαετία του ΄70, και απουσία επαγγελματικού προσανατολισμού, ένα χωριατόπαιδο από τα ΄΄κατσάβραχα΄΄, να έχει αυτό το όνειρο. Όλα όμως έχουν την εξήγησή τους. Για όλα υπάρχει και μία αιτία. Και στην περίπτωση την δική μου η αιτία φώλιαζε μέσα στο φτωχικό μου σπίτι. Ναι, ήταν αυτή που με γέννησε και με ανέθρεψε. Ήταν ο πατέρας μου! Ναι ο πατέρας μου. Πατέρας και ταυτόχρονα ο μέντοράς μου. Ο οποίος, αποφοίτησε από την Σχολή Τεχνικών Αεροπορίας, την ΣΤΑ, το 1949, και υπήρξε ο ίδιος Μηχανικός αεροσκαφών, στα αεροσκάφη Spitfire, Harvard, και Helldiver υπηρετώντας τα στα αεροδρόμια αυτά της Δεκέλειας, της Λάρισας και του Σέδες. Είδες τώρα πως όλα δικαιολογούνται! Διαπίστωσες ότι, τουλάχιστον στην περίπτωσή μου, η φράση ΄΄φυσικό επακόλουθο΄΄, όντως ισχύει και δεν γίνεται αβίαστα η χρήση του!
Φίλε αναγνώστη, από πάρα πολύ μικρός, ειδικά τα χειμωνιάτικα βράδια, δίπλα όχι στο τζάκι, καθόσον η οικογένειά μου δεν καταγόταν ούτε από τζάκι και ούτε καν διέθετε τζάκι, αλλά στην μία από τις δύο ξυλόσομπες που είχαμε στο σπίτι μας, στην μεγαλύτερη (η μικρή, ήταν στο δωμάτιο της γιαγιάς μου, μητέρα του πατέρα μου), σε αυτήν που είχε και φούρνο για να μαγειρεύει η μάνα μου, και να ζεσταίνει νερό για να με λούζει κάθε Σάββατο απόγευμα για να είμαι καθαρός την Κυριακή το πρωί για να πάω στην εκκλησία, μεγάλωσα με τις αμέτρητες ιστορίες που άκουγα από τον πατέρα μου για την Πολεμική Αεροπορία. Ιστορίες για το αεροπλάνο αλλά και για τον ίδιο. Ιστορίες που μου προκαλούσαν πάντα τον θαυμασμό. Τα πολλά ερωτηματικά ακολούθησαν πολύ αργότερα, όταν ήμουν μεγαλύτερος των δέκα ετών. Κυρίως όμως αυτές οι πρώτες ιστορίες αφορούσαν το πώς είναι κατασκευασμένο ένα αεροπλάνο και πως αυτό πετάει και δεν πέφτει. Και μην υποθέσεις ότι με δίδασκε αεροδυναμική ή μηχανική πτήσεων ή αντοχή υλικών. Σαφώς και όχι, εξάλλου η πολύ μικρή ηλικία και η αδυναμία κατανόησης θεωριών αποτελούσαν αξεπέραστο εμπόδιο. Επακόλουθο λοιπόν ήταν ο πατέρας μου, κρατώντας στο χέρι του ένα από τα δύο μεταλλικά μοντελάκια του F-84 ή του Τ-33 τα οποία είχε κατασκευάσει ο ίδιος στο μηχανουργείο της ΣΤΑ, και τα οποία είχα πάντα κάτω από το μαξιλάρι μου, να περιορισθεί σε πολύ απλά πράγματα, όπως: το αεροπλάνο στηρίζεται στις πτέρυγες, ανεβαίνει-κατεβαίνει και στρίβει με τα πηδάλια, και κινείται με την έλικα του κινητήρα που σε κάποια αεροπλάνα φαίνεται (ελικοφόρα) και σε κάποια δεν φαίνεται (jet). Σε αυτά δε που δεν φαίνεται, μου έλεγε, ότι έχουν πολλές έλικες μέσα τους και ο αέρας μπαίνει από τη τρύπα που έχουν μπροστά και βγαίνει από την ουρά! Έπρεπε να πει ο άνθρωπος και από πού βγαίνει ο αέρας, διότι αλλιώς θα έσκαγε το αεροπλάνο σαν μπαλόνι! Πως αλλιώς να περιγράψεις έναν κινητήρα jet, ενός αεριωθούμενου αεροσκάφους, σε ένα πεντάχρονο παιδί εκείνης της εποχής στα ΄΄κατσάβραχα΄΄!
Η εξήγηση, το τι είναι η έλικα όμως, θυμάμαι πως την παρομοίασε με τον ανεμιστήρα που πετάει τον αέρα πίσω του, <<..όπως αυτόν που έχει ο θείος σου ο Γιάννης στο σπίτι του στην Καρδίτσα >>, μου είχε πει. Εξάλλου εμείς στο χωριό μας δεν τον είχαμε ανάγκη, σε υψόμετρο ζούσαμε, τι να τον κάνουμε.
Θα παρομοίαζα αυτές τις συνεχείς αφηγήσεις του, Φίλε αναγνώστη, ως ένα δυνατό ΄΄εμβόλιο΄΄ πολλών δόσεων, στο δεξί όμως παιδικό μου μπράτσο, διότι, στο αριστερό με είχανε εμβολιάσει -όπως όλα τα παιδιά στο εξατάξιο Δημοτικό Σχολείο των τριάντα ένα μαθητών και του ενός Δασκάλου -με αυτό της αποκαλούμενης ΄΄βατσίνας΄΄, που μας άφησε μόνιμα το αποτύπωμά του.
Στις έξι ακριβώς, το τραίνο σφύριξε και το ταξίδι μου μόλις άρχισε. Συγχρόνως άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά και το όνειρό μου.
Αν και ταξίδευα πρώτη φορά με το τραίνο, δεν με ενδιέφερε καθόλου η διαδρομή παρά μόνον ο προορισμός. Φυσικά όχι η Αθήνα αλλά η ΣΤΥΑ! Θυμάμαι κοιτούσα έξω από το παράθυρο και σκεφτόμουν ότι μεγάλωσα! Και να φανταστείς ότι ήμουν δέκα έξι ετών, μόλις είχα τελειώσει την Τετάρτη Γυμνασίου! Ήμουν η προτελευταία σειρά που στην ΣΤΥΑ έδινες εξετάσεις τελειώνοντας μόνον τέσσερις τάξεις του Γυμνασίου.
Ανταπόκριση στον σταθμό των Παλαιοφαρσάλων και επιβίβαση στο ΄΄μεγάλο΄΄ τραίνο. Το τραίνο με τα πολλά βαγόνια!
Σε όλη την διαδρομή σκεφτόμουν. Σκεφτόμουν πολλά και διάφορα. Σκεφτόμουν την μάνα μου που την άφησα να κλαίει διότι δεν ήθελε να πάω στην Αεροπορία. Αλλά θα μου πεις Φίλε αναγνώστη, ποια μάνα θέλει να αποχωριστεί τον μονάκριβό της γιο, το πρώτο της παιδί, και μάλιστα στην ηλικία των δέκα έξι ετών. Με ήθελε γιατρό, διότι ως μαθητής ήμουν απουσιολόγος και μάλιστα στο πρακτικό τμήμα της τότε εποχής. Απουσιολόγος με βαθμό 16,8. ΄΄Σκράπες΄΄ θα σκεφτείς οι υπόλοιποι συμμαθητές μου. Θα συμφωνήσω απόλυτα μαζί σου, αφού πρώτα, από τους είκοσι επτά στον συνολικό αριθμό εξαιρέσουμε τους δέκα οκτώ που σπουδάσανε στο Πανεπιστήμιο και στο Πολυτεχνείο και τους οκτώ που σήμερα είναι επιτυχημένοι επιχειρηματίες. Ναι, οι υπόλοιποι ένας, δηλαδή η αφεντιά μου που επέλεξα την ΣΤΥΑ, ναι ήμουν ΄΄σκράπας΄΄. Εάν έτσι το αντιλαμβάνεσαι, δυστυχώς δεν μπορώ να κάνω κάτι για εσένα, ή, πες μου πως μπορώ να σε βοηθήσω για να νοιώσεις το ίδιο με εμένα, δηλαδή, ότι σπουδάζοντας Μηχανικός Αεροσκαφών στην ΣΤΥΑ νοιώθω ακόμα την ΄΄πρωτιά΄΄ που ένοιωθα και ως απουσιολόγος τους. Έως τότε όμως, άφησέ με σε παρακαλώ να συνεχίσω τις σκέψεις μου!
<<…εάν πας στην Αεροπορία θα χωρίσουμε!>> ήταν τα λόγια κλαίγοντας του εφηβικού μου τότε πλατωνικού έρωτα. Με ήθελε φοιτητή και όχι στρατιωτικό. Βλέπεις με την στολή δύο τινά συμβαίνουν. Ή έλκει ή απωθεί! Απογοητεύτηκα πολύ, αλλά θυμήθηκα τα λόγια της μάνας μου που μου έλεγε <<…καλύτερα να κλαίνε οι γυναίκες για εσένα, παρά εσύ για αυτές>>. Την άκουσα. Γυναίκα ήταν. Κάτι θα ήξερε και αυτή!
Βέβαια με το ταξίδι μου ο κύβος περί ΄΄έρωτος΄΄ ήδη ερρίφθη. Και ερρίφθη υπέρ της ΣΤΥΑ, αφήνοντας πίσω μου δύο γυναίκες να κλαίνε. Η μία από αγάπη και η άλλη από συμφέρον.
Και το πεντάωρο ταξίδι μου συνεχιζόταν με σκέψεις τις οποίες ώρες-ώρες διέκοπταν οι τελευταίες συμβουλές του πατέρα μου, τις οποίες Φίλε αναγνώστη- μεταξύ μας- ούτε καν τις θυμάμαι. Βλέπεις με είχαν απορροφήσει οι ποικίλες σκέψεις μου, όπως αυτή που στην ηλικία των έντεκα ετών, επιχειρώντας να μιμηθώ τον Καρδιτσιώτη αείμνηστο Κώστα Κατσόγιαννο, τον ΄΄Ιπτάμενο Αγρότη΄΄, ο οποίος πέταξε από ένα ύψωμα με αετό ιδιοκατασκευής του, προσπάθησε και η μικρή αφεντιά μου να κατασκευάσει έναν αντίστοιχο αετό και να πετάξει. Και φυσικά, Δόξα σοι ο Θεός, απέτυχε! Και απέτυχε ευτυχώς παταγωδώς. Βλέποντας από τηλεοράσεως το εγχείρημά του είχα παρατηρήσει ότι ο αετός είχε τριγωνικό σχήμα και όλη η επιφάνειά του ήταν καλυμμένη με ύφασμα. Με βοηθό, τον ενθουσιασμένο με το μεγαλόπνοο σχέδιό μου συνομήλικο ξάδελφό μου Γιάννη Ράϊκο, προχωρήσαμε στην κατασκευή του -τρόπος του λέγειν- αετού. Αφού κλέψαμε τρία καδρόνια από κάποιον χωριανό μας (μακριά από την γειτονιά μας) που έφτιαχνε την σκεπή του σπιτιού του, και μία κουρελού από την γιαγιά μου, στην συνέχεια καρφώσαμε μεταξύ τους τα καδρόνια σε τριγωνικό σχήμα και επάνω σε αυτά καρφώσαμε την κουρελού. Δύο τριχιές από το παχνί που είχαμε το άλογο για να δεθώ κατάλληλα επάνω στην αεροκατασκευή και έτοιμη η ΄΄πετομηχανή΄΄ μας! Τόσο απλά! Πιθανά πεδία απογείωσης –σύμφωνα πάντα με την μελέτη του εγχειρήματος- η εφόρμηση από ένα ντουβάρι ύψους τριών μέτρων, ή, ή εφόρμηση από την σκεπή του αχυρώνα του θείου μου ύψους 8 μέτρων ώστε να έχουμε αρκετό ύψος. Στην δεύτερη επιλογή επέμενε πολύ ο Γιάννης ως την καλύτερη, αλλά, εγώ θα επιχειρούσα το άλμα και όχι αυτός! Τελικώς, και ευτυχώς, επιλέχθηκε το πρώτο πεδίο απογείωσης και την γλύτωσα με λίγα γδαρσίματα, αλλά, με πάρα πολύ ξύλο από την μάνα μου και με χαμόγελα από τον πατέρας μου.
Βέβαια ο ξάδελφός μου αποφάνθηκε με βεβαιότητα ότι η αποτυχία μας ήταν αποτέλεσμα του μεγάλου βάρους της ΄΄αεροκατασκευής΄΄ καθότι το όλο εγχείρημα πραγματοποιήθηκε κάτω από αραιή χιονόπτωση, σε αντίθεση με εμένα που με βασάνιζε τι δεν έκανα καλά στην κατασκευή για να πετάξει!
Κάπως έτσι άδοξα έληξε και η πρώτη επαφή με τις ΄΄πετομηχανές΄΄. Το μόνο που καταφέραμε ήταν να τεθούμε υπό στενή παρακολούθηση των αείμνηστων σήμερα γονιών μας -και ειδικότερα των μανάδων μας-οι οποίοι στο εξής φύλαγαν τα καδρόνια και τις κουρελούδες λες και ήταν λίρες. Εάν είχαμε! Το περισσότερο δε ξύλο έπεσε γιατί κλέψαμε τα καδρόνια του συγχωριανού μας.
Όπως και με το άλλο, με τα ΄΄τουριστικά΄΄ αεροπλάνα. Γιατί δεν ξέρω αν από τα μέρη σου περνούσαν, αλλά, από τα δικά μου περνούσαν, και περνούσαν μάλιστα πετώντας πολύ ψηλά και αργά για να βγάζουν φωτογραφίες οι τουρίστες! Αυτόν το χαρακτηρισμό έδωσα τότε στις αργοκίνητες Ντακότες, βασισμένος στο συμπέρασμα συνειρμικών σκέψεων, έχοντας στην πλάτη μου γνώσεις(!) και εμπειρίες(!) των πρώτων έξι χρόνων της ζωής μου, διαχωρίζοντάς τες από τα πολεμικά αεροπλάνα της εποχής που πετούσαν με μεγάλη ταχύτητα, και ο μοναδικός επιβάτης ήταν ο πιλότος τους. Νόμιζα ότι ήταν ΄΄τουριστικά΄΄ αεροπλάνα!
Αυτές, και άλλες πολλές σκέψεις συνταξιδεύανε μαζί μου για τις τρεις –τέσσερις ώρες ώσπου φτάσαμε στον Σταθμό της Δεκέλειας και καθίσαμε στον ΄΄Σμηνιτάκο΄΄, ένα καφενείο-ταβερνείο δίπλα στην πύλη του Αεροδρομίου. Καφέ σκέτο ο πατέρας μου, πορτοκαλάδα για μένα.
Τον κοιτούσα και με κοιτούσε, σχεδόν αμίλητοι. Ήταν έκδηλη η συγκίνησή του. Όχι, δεν δάκρυσε. Τουλάχιστον εκεί μπροστά μου. Αργότερα είμαι βέβαιος πως ναι.
Αρκέστηκε, με σοβαρότητα να μου πει, <<...Η οικογένεια σου πλέον θα είναι αυτή, εάν δεν την αισθανθείς έτσι δεν θα πετύχεις. Γύρνα πάλι στο χωριό, κάτι θα βρεις να κάνεις στην ζωή σου, είσαι πολύ καλός μαθητής>> Ήμουν βέβαιος ότι τις δύο τελευταίες προτάσεις τις έλεγε ως πατέρας, την δε πρώτη ως Μηχανικός της Πολεμικής Αεροπορίας.
Τα δύο χρόνια της Σχολής, παρά το στρατιωτικό περιβάλλον που τα χαρακτήριζε, αποτέλεσαν το πρώτο σημαντικό βήμα για την εκπλήρωση του ονείρου μου. Οι καθηγητές μου, Σμχος Θεόδωρος Καβάλας, Σγος Γιαννόπουλος, Σγος Καρπούζης (Δημητρίου), Σγος Κων. Κόκκορης, Υπσγος Αθανάσιος Μάσσιας και ο Ανθστης Φίλιππας Στρατάκος, με βοήθησαν σε αυτό το πρώτο μου βήμα.
Με δίδαξαν κάτι το πολύ ουσιώδης: ότι μία ΄΄πετομηχανή΄ δεν είναι απλά τρία καδρόνια, μία κουρελού και μερικά μέτρα τριχιά! Είναι ένα πολύ μεγάλο σύνολο διαφόρων μετάλλων και υλικών, κατάλληλα διαμορφωμένα και συνδεδεμένα μεταξύ τους ώστε αυτό το σύνολο να είναι ικανό να πετάει. Ένα σύνολο το οποίο προήλθε και συντηρείται από άτομα που διαθέτουν μόνον εξειδικευμένες γνώσεις!
Μου είπαν ότι υπάρχει το ΄΄αλφαβητάρι΄΄ του μηχανικού. Μου το υπέδειξαν. Και από αυτό, μου έμαθαν τα πρώτα του γράμματα. Κυρίως όμως με κατεύθυναν, δίνοντάς μου τις κατάλληλες οδηγίες, να ακολουθήσω τον ασφαλέστερο δρόμο για να μάθω τα υπόλοιπα. Όλα εξίσου σημαντικά με τα πρώτα. Πολύ δύσκολο αλφαβητάρι! Δυσκολότερο απ΄ ότι αβίαστα κάποιοι πιστεύουν, ίσως και εσύ ο ίδιος.
Αν και τα δύο χρόνια μέσα στην Σχολή πέρασαν με κάποια ευκολία, δεν μπορώ να πω το ίδιο και για την ζωή μου στην Αθήνα. Άλλωστε ήμουν δεκαέξι ετών. Τα πράγματα εκεί ήταν πολύ πιο δύσκολα από το μάθημα της αεροδυναμικής και της αντοχής των υλικών που με δίδασκε ο Καρπούζης.
Στην Αθήνα έπρεπε να υπολογίζω την αντοχή, όχι των υλικών, αλλά, την δική μου κυρίως έναντι του συνδρόμου ανωτερότητας που επιδείκνυαν κάποιοι γιαλαντζί ΄΄Αθηναίοι΄΄-διότι υπάρχουν και οι αυθεντικοί, ωραίοι άνθρωποι Αθηναίοι- και κάποιοι άλλοι από άλλες μεγαλουπόλεις που κουβαλούσαν πάνω τους και το έβγαζαν σε εμάς τα χωριατόπαιδα. Ευτυχώς όμως, στον ντορβά οι γονείς μας, πέραν των άλλων εφοδίων, μας είχαν βάλει και μπόλικη αυτοπεποίθηση που αποτέλεσε ισχυρό εμπόδιο στο δικό τους σύνδρομο ανωτερότητας να μετατραπεί σε δικό μας σύνδρομο κατωτερότητας.
<<…καλός ο φίλος σου ρε Δημήτρη, αλλά, πολύ βλαχάκι!>> έτσι με αποκάλεσε μία κοπέλα ΄΄Αθηναία΄΄ από την Ήπειρο σε μια από τις πρώτες παρέες που παρευρέθηκα με πολιτική περιβολή, διότι, με την στολή κρύβεις πολλά, ή μάλλον οι άλλοι δεν βλέπουν πολλά, ή, και αν τα βλέπουν δεν μιλάνε καθόλου, δηλαδή υποκρίνονται. Με αυτά και με κάτι άλλα περιορίσθηκα τα Σαββατοκύριακα να συναντιόμαστε με τα άλλα χωριατόπαιδα-συμμαθητές μου στον Μπακάκο (μήπως ξέραμε και κανένα άλλο μέρος) για καφέ και μερικές φορές να πηγαίνουμε σε κάποια ΄΄Μέγαρα Μουσικής΄΄, της αντιστοίχου μουσικής μας παιδείας εκεί κοντά στην Ομόνοια. Εκείνα τα χρόνια κατάλαβα ότι, στο ΄΄σασί΄΄ μου, ότι άλλο σήμα και να βάλω, εκτός από αυτό της μάρκας μου, δηλαδή της χωριάτικης φτιαξιάς μου, με τα στραβά της και τα ίσια της, θα είμαι ένας δήθεν. Εξάλλου, σκοπός του ταξιδιού μου και όνειρό μου ήταν να σπουδάσω Μηχανικός Αεροπλάνων και όχι να αλλάξω το ΄΄σασί΄΄ μου.
Κάπως έτσι πέρασαν και τα δύο χρόνια της Σχολής και φτάνει η ημέρα της ορκωμοσίας. Περήφανος ο πατέρας μου, πολύ στενοχωρημένη η μάνα μου. Βαθιά στενοχωρημένη διότι η πρώτη μου μετάθεση -κατά δήλωσή μου -ήταν η Σούδα και τα αεροσκάφη Α-7Η. Ακόμα μακρύτερα ο γιός της. Από τα ΄΄κατσάβραχα΄΄ της Καρδίτσας στα Χανιά της Κρήτης. Τρέχε- γύρευε κάθε πόσο θα με έβλεπε!
Αυτή την φορά ο πατέρας μου ήταν που μου έδωσε τις τελευταίες ΄΄αεροπορικές΄΄ συμβουλές του: << ...Η ικανοποίηση να βλέπεις το αεροπλάνο σου να πετάει θα είναι μεγάλη και πολύ μεγαλύτερη όταν αυτό θα επιστρέφει, επίσης, ικανοποίηση θα νοιώθεις όταν το έργο σου θα αναγνωρίζεται. Περιορίσου όμως στο πρώτο που αφορά μόνον εσένα, και προετοιμάσου ότι, το δεύτερο που αφορά στους άλλους δεν είναι βέβαιο ότι θα συμβαίνει πάντα!>> Και πρόσεξε: <<…θα υπογράφεις ζωές και όχι αεροπλάνα. Αυτό μην το ξεχάσεις ποτέ σου>>.
Τα χρόνια πέρασαν. Και πέρασαν πολύ γρήγορα! Το ταξίδι μου -όχι στην σκοπιά της Κατερίνης - αλλά, στην Πολεμική Αεροπορία τελείωσε. Το όνειρό μου πραγματοποιήθηκε, και ήρθαν πάλι οι στιγμές κατά την διάρκεια της τελευταίας δεκαπενταετίας, πατέρας και γιός, ξανά μαζί, συχνά να συζητάνε μόνον για τις ΄΄διαδρομές΄΄ τους αυτή την φορά, διότι πλέον ΄΄αεροπορικός΄΄ προορισμός δεν υπήρχε. Ανεπανάληπτες στιγμές! Στιγμές πλημμυρισμένες από πολύ ικανοποίηση και γιατί όχι και ευτυχία! Άλλωστε την ευτυχία την ορίζει ο καθένας μας όπως την νοιώθει. Και εμείς οι δυό, είχαμε δώσει ακριβώς τον ίδιο ορισμό της, τον οποίο και ζήσαμε:
΄΄Δίπλα σε ένα αεροπλάνο!΄΄
Φίλε αναγνώστη.
Συμπληρώθηκαν τρεις μήνες, που ο πατέρας μου και μέντοράς μου έφυγε -στα ενενήντα του- από την ζωή. Πήγε να συναντήσει την γυναίκα του, την μάνα μου, η οποία έφυγε από κοντά μας στα πενήντα της, ακριβώς πριν τριάντα επτά χρόνια. Όλα αυτά τα χρόνια της απουσίας της τα αναπλήρωσε τιμώντας τα εις το έπακρον ο πατέρας μου. Πέραν των ευτυχισμένων οικογενειακών στιγμών, ευτύχησε και είδε (από τηλεοράσεως), ανήμερα των τελευταίων γενεθλίων του, την 1η Ιουνίου, την άφιξη στην χώρα μας και του αεροπλάνου Spitfire που τόσο πολύ αγάπησε. Το εξέλαβε ως ένα ακόμα δώρο Θεού και συγκινήθηκε πάρα πολύ. <<…Τίποτα δεν είναι τυχαίο στην ζωή>> μου είπε.
Μπορεί να μην με δίδαξε αεροδυναμική ή μηχανική πτήσεων στην μικρή μου ηλικία, όμως, με την στάση ζωής του με δίδαξε κάτι πιο σημαντικό: Την Οικογένεια!
Ευχαριστώ.
Θανάσης Μαλέτσικας
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου